Προοπτικές για την οικονομία – Νομισματική και Δημοσιονομική Πολιτική

Η Training Day αποτελεί την πρώτη ημέρα του εκάστοτε Συνεδρίου Προσομοίωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για φοιτητές, όπου διακεκριμένοι εκπρόσωποι των θεσμών, των επιχειρήσεων και της ακαδημαϊκής κοινότητας μοιράζονται τις γνώσεις και εμπειρίες τους με τους συμμετέχοντες.

Η Training Day του 9ου Συνεδρίου πραγματοποιήθηκε στην Τράπεζα της Ελλάδος στις 21 Νοεμβρίου του 2024. Οι εξεταζόμενος θεματικές του Συνεδρίου ήταν:

  • Οικονομική πολιτική: Η αλληλεπίδραση νομισματικης και δημοσιονομικής πολιτικής, οι κίνδυνοι κατακερματισμού (fragmentation) και τα όρια της αποτελεσματικότητας σε ένα διαρκές περιβάλλον κρίσεων (permacrisis).
  • Κλιματική αλλαγή και Ανθεκτικότητα: Η μετάβαση προς ένα βιώσιμο χρηματοπιστωτικό σύστημα και ο ρόλος της ΕΚΤ.
  • Ψηφιακό ευρώ: Επιπτώσεις στις πληρωμές, στον τραπεζικό τομέα και στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

Το 9ο Συνέδριο δεν θα ήταν εφικτό χωρίς την πολύτιμή υποστήριξη των Τράπεζας της Ελλάδος, Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών, Dialectica, Τράπεζα Πειραιώς, Bernitsas Law και του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Στον παρόν παρουσιάζονται οι θέσεις των ομιλητών στο πλαίσιο εναρκτήριων ομιλίων, όπου μας τίμησαν με την συμμετοχή τους οι κα. Ιφιγένεια Σκοτίδα, Υποδιευθύντρια, Διεύθυνση Οικονομικής Ανάλυσης και Μελετών, Τράπεζα της Ελλάδος, κ. Νικόλαος Μαγγίνας, Chief Economist, Επικεφαλής Διεύθυνσης Οικονομικής Ανάλυσης, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και ο κ. Γεώργιος Γατόπουλος, Επικεφαλής Τμήματος Διεθνών Μακροοικονομικών & Χρηματοοικονομικών, Ίδρυμα Οικονομικών & Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ).

Συνεχίζοντας τις ομιλίες του πάνελ, ο κ. Νικόλαος Μαγγίνας ανέδειξε τον καθοριστικό ρόλο της ΕΚΤ και των κεντρικών τραπεζών στην αντιμετώπιση των διαταραχών της τελευταίας δεκαετίας. Τόνισε ότι η ΕΚΤ ήταν ο θεσμός που αντέδρασε ταχύτερα, αξιοποιώντας εργαλεία όπως η ποσοτική χαλάρωση, η οποία λειτούργησε ως καινοτομία για την παροχή ρευστότητας και τη σταθεροποίηση των αγορών, ιδιαίτερα για την ελληνική οικονομία.

Εξήγησε ότι, κατά την περίοδο πριν το ξέσπασμα της κρίσης, η παγκόσμια οικονομία ωφελήθηκε από χαμηλό κόστος παραγωγής, τις σταθερές τιμές ενέργειας και την αναδιάταξη των εφοδιαστικών αλυσίδων. Αυτό δημιούργησε ένα περιβάλλον ομαλότητας που επέτρεψε στη νομισματική πολιτική να λειτουργεί σχεδόν «στον αυτόματο πιλότο». Οι πρόσφατες κρίσεις, όμως, οδήγησαν σε σοκ προσφοράς, προβλήματα εφοδιαστικής αλυσίδας και μετατόπιση από τον πληθωρισμό αγαθών στον πληθωρισμό υπηρεσιών, με διαφορετικό αντίκτυπο ανά εισοδηματικό κλιμάκιο.

Σήμερα, σημαντικό στοιχείο για την μετάδοση της νομισματικής πολιτικής αποτελεί η διατήρηση των μακροπρόθεσμων πληθωριστικών προσδοκιών κοντά στο 2%, επιβεβαιώνοντας την αξιοπιστία της ΕΚΤ. Κλείνοντας την ομιλία του ο κ. Μαγγίνας, επισήμανε τις νέες προκλήσεις στην οικονομία, συγκεκριμένα ανέδειξε τα ζητήματα της κλιματικής αλλαγής, της ενεργειακής μετάβασης, της τεχνητής νοημοσύνης και της πολυπλοκότητας της παρακολούθησης των μεταβλητών που επηρεάζουν την παραγωγικότητα και τις τιμές.

Εκκινώντας το δεύτερο πάνελ, η κα. Ιφιγένεια Σκοτίδα παρουσίασε τη στρατηγική νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ, η οποία αποσκοπεί στη διατήρηση ενός συμμετρικού πληθωριστικού στόχου 2% μεσοπρόθεσμα. Η μεσοπρόθεσμη προσέγγιση επιτρέπει στην ΕΚΤ να αποφεύγει υπερβολικές αντιδράσεις σε βραχυχρόνιες μεταβολές του πληθωρισμού, λαμβάνοντας υπόψη τις καθυστερήσεις στη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής.

Η στρατηγική της ΕΚΤ βασίζεται στη χρήση όλων των διαθέσιμων εργαλείων – όπως βασικά επιτόκιαπρογράμματα αγοράς περιουσιακών στοιχείων και forward guidance – τα οποία προσαρμόζονται ανάλογα με τις οικονομικές συνθήκες. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη σημασία της διαφάνειας και της επικοινωνίας, ώστε οι αγορές και το ευρύ κοινό να κατανοούν και να εμπιστεύονται τις αποφάσεις της.

Μετά την πανδημία και τον πόλεμο στην Ουκρανία, η ΕΚΤ προχώρησε σε αυξήσεις επιτοκίων συνολικού ύψους 450 μονάδων βάσης, με στόχο να τιθασεύσει τις πληθωριστικές πιέσεις χωρίς να πλήξει απότομα την οικονομική δραστηριότητα, επιδιώκοντας ένα soft landing. Η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού στο 2,5% στα μέσα του 2024 επιβεβαίωσε την αποτελεσματικότητα της νομισματικής πολιτικής, με τις προβλέψεις να δείχνουν επιστροφή του πληθωρισμού στον στόχο. Η ΕΚΤ προχώρησε σε μείωση των επιτοκίων σε λιγότερο περιοριστικά επίπεδα, όπου και παραμένουν μέχρι σήμερα.

Κλείνοντας την ομιλία της, η κα. Σκοτίδα τόνισε πως παρά τη θετική πορεία, το περιβάλλον παραμένει αβέβαιο λόγω γεωπολιτικών εντάσεων, δασμών και δημογραφικών προκλήσεων, και για το λόγο αυτό η νομισματική πολιτική πρέπει να ανταποκρίνεται με ευελιξία στις εξελίξεις.

Κλείνοντας το πάνελ, ο κ. Γεώργιος Γατόπουλος παρουσίασε τις τρέχουσες τάσεις στη διεθνή και στην ελληνική οικονομία, επισημαίνοντας ότι το 2025 χαρακτηρίζεται από αυξημένη αβεβαιότητα, νέο κύμα εμπορικού προστατευτισμού στις ΗΠΑ και επιβράδυνση της ανάπτυξης στην Ευρώπη. Η παγκόσμια οικονομία οδηγείται σε νέα ισορροπία, με υψηλότερους δασμούς και αυξημένο δημόσιο χρέος διεθνώς.

Τόνισε ότι η Ευρώπη υπολείπεται σε παραγωγικότητα, καθώς ο μέσος Ευρωπαίος παράγει προϊόν αξίας περίπου 30% χαμηλότερης από έναν Αμερικανό. Παράλληλα, η ήπειρος αντιμετωπίζει σημαντικές δομικές προκλήσεις: γήρανση πληθυσμού, ανάγκες άμυνας και επενδυτικό κενό. Ωστόσο, η περιφέρεια της Ευρωζώνης εμφανίζει καλύτερες επιδόσεις σε σχέση με τον πυρήνα, με την Ελλάδα να μειώνει σταθερά το δημόσιο χρέος και να ενισχύει την εξωστρέφειά της.

Για την Ελλάδα, υπογράμμισε ότι η οικονομία συγκλίνει σταδιακά με την υπόλοιπη Ευρώπη, με αύξηση εξαγωγών, αλλά παραμένει η απόκλιση στο ποσοστό επενδύσεων. Η χώρα οφείλει να ενισχύσει την παραγωγικότητα, να διατηρήσει την εξωστρέφεια και να θωρακίσει τη μακροοικονομική της ισορροπία.

Ο κ. Γατόπουλος ολοκλήρωσε την ομιλία του επισημαίνοντας ότι η Ευρώπη βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι, καλούμενη να ιεραρχήσει προτεραιότητες και να αξιοποιήσει ιδιωτικούς πόρους μέσω συμπράξεων, καθώς η κατακερματισμένη αγορά κεφαλαίων αυξάνει το κόστος χρηματοδότησης.