Σύνοψη της Training Day του 9ου Συνέδριου Προσομοίωσης της ΕΚΤ
Η Training Day αποτελεί την πρώτη ημέρα του εκάστοτε Συνεδρίου Προσομοίωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για φοιτητές, όπου διακεκριμένοι εκπρόσωποι των θεσμών, των επιχειρήσεων και της ακαδημαϊκής κοινότητας μοιράζονται τις γνώσεις και εμπειρίες τους με τους συμμετέχοντες.
Η Training Day του 9ου Συνεδρίου πραγματοποιήθηκε στην Τράπεζα της Ελλάδος στις 21 Νοεμβρίου του 2024. Οι εξεταζόμενος θεματικές του Συνεδρίου ήταν:
- Οικονομική πολιτική: Η αλληλεπίδραση νομισματικης και δημοσιονομικής πολιτικής, οι κίνδυνοι κατακερματισμού (fragmentation) και τα όρια της αποτελεσματικότητας σε ένα διαρκές περιβάλλον κρίσεων (permacrisis).
- Κλιματική αλλαγή και Ανθεκτικότητα: Η μετάβαση προς ένα βιώσιμο χρηματοπιστωτικό σύστημα και ο ρόλος της ΕΚΤ.
- Ψηφιακό ευρώ: Επιπτώσεις στις πληρωμές, στον τραπεζικό τομέα και στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Το 9ο Συνέδριο δεν θα ήταν εφικτό χωρίς την πολύτιμή υποστήριξη των Τράπεζας της Ελλάδος, Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών, Dialectica, Τράπεζα Πειραιώς, Bernitsas Law και του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.
Στον παρόν παρουσιάζονται οι θέσεις του συνόλου των ομιλητών στο πλαίσιο της Training Day. Στην φετινή διεξαγωγή μας τιμήσαν οι κα. Χαρούλα Απαλαγάκη, Acting Γενική Διευθύντρια, Ελληνική Ένωση Τραπεζών, κα. Maria Luís Albuquerque (μέσω βιντεοσκοπημένου μηνύματος), Commissioner (2024-2029) | Financial Services and the Savings and Investments Union, κ. Gabriel Glöckler, Principal Adviser, Directorate General Communications, European Central Bank, κ. Χρήστος Χατζηεμμανουήλ, Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Πειραιά, Επισκέπτης Καθηγητής, London School of Economics & Μέλος του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής, Τράπεζα της Ελλάδος, κ. Εμμανουήλ Περάκης, Αναπληρωτής Καθηγητής στο Δίκαιο της Ε.Ε., Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, κα. Ιφιγένεια Σκοτίδα, Υποδιευθύντρια, Διεύθυνση Οικονομικής Ανάλυσης και Μελετών, Τράπεζα της Ελλάδος, κ. Νικόλαος Μαγγίνας, Chief Economist, Επικεφαλής Διεύθυνσης Οικονομικής Ανάλυσης, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, κ. Γεώργιος Γατόπουλος, Επικεφαλής Τμήματος Διεθνών Μακροοικονομικών & Χρηματοοικονομικών, Ίδρυμα Οικονομικών & Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), κ. Δηµήτριος Δηµόπουλος, Head of ESG, Piraeus, κα. Μαρία Νεφέλη Μπερνίτσα, Partner, Bernitsas Law, κ. Χρήστος Καλλανδράνης, Αναπληρωτής Καθηγητής Χρηματοδοτικής Επιχειρήσεων, Τμήμα Λογιστικής & Χρηματοοικονομικής, Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής, κ. Αντώνης Μπαλλής, Αναπληρωτής Καθηγητής Χρηματοοικονομικής & Διευθυντής των προγραμμάτων MSc in Finance & MSc in FinTech, Aston Business Scholl, Aston University και κ. Δημήτρης Αναστασίου, Επίκουρος Καθηγητής στο Τμήμα Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων, Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Εναρκτήριες Ομιλίες

Οι Εναρκτήριες Ομιλίες ολοκληρώθηκαν με το βιντεοσκοπημένο μήνυμα που παραχώρησε η κα. Maria Luís Albuquerque, η οποία υπογράμμισε ότι η Ευρώπη χρειάζεται πιο αποτελεσματικές κεφαλαιαγορές και υψηλότερο επίπεδο χρηματοοικονομικής παιδείας, ώστε οι αποταμιεύσεις να μετατρέπονται σε επενδύσεις που στηρίζουν την ανάπτυξη, καθώς και τη τεχνολογική και πράσινη μετάβαση.
Η κα. Albuquerque τόνισε ότι κάθε οικονομική επιλογή ενέχει ρίσκο, γεγονός που καθιστά αναγκαίες τις δεξιότητες διαχείρισης προσωπικών οικονομικών. Αναφέρθηκε στην πρώτη ευρωπαϊκή στρατηγική χρηματοοικονομικής παιδείας, η οποία στοχεύει στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης των ευρωπαίων πολιτών προς τα επενδυτικά προϊόντα. Εξήγησε ότι η μετάβαση από την αποταμίευση στην επένδυση πρέπει να γίνει προσβάσιμη και να έχει χαμηλό κόστος, όπως συμβαίνει σε χώρες με αναπτυγμένα οικοσυστήματα επενδύσεων, όπως η Ιαπωνία και ο Καναδάς.
Η κα. Albuquerque κατέληξε στην ανάγκη δημιουργίας ενός αποτελεσματικού ευρωπαϊκού οικοσυστήματος κεφαλαιαγορών, ικανού να στηρίξει τις επιχειρήσεις εντός Ευρώπης και να επιτύχει αποτελεσματικότερη κατανομή κεφαλαίων.
Τις ομιλίες της Training Day ξεκίνησε η κα. Χαρούλα Απαλαγάκη, η οποία ανέδειξε τον κεντρικό ρόλο της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών, η οποία λειτουργεί σε στενή συνεργασία με την Τράπεζα της Ελλάδος και συμβάλλει σταθερά και διαχρονικά στη διαμόρφωση του ελληνικού τραπεζικού τοπίου. Τονίστηκε ότι το ελληνικό τραπεζικό σύστημα καταγράφει πλέον ιστορικά χαμηλό επίπεδο μη εξυπηρετούμενων δανείων, υψηλή κεφαλαιακή επάρκεια και ισχυρή κερδοφορία, στοιχεία που το κατατάσσουν μεταξύ των πιο ανθεκτικών της Ευρωζώνης.
Η κα. Απαλαγάκη εστίασε στις εξελίξεις του 2024, που χαρακτηρίστηκε με μειώσεις επιτοκίων, ενίσχυση της σταθερότητας και αξιοσημείωτη πρόοδο στις άμεσες πληρωμές, που πλέον κυριαρχούν στις συναλλαγές.
Συνέχισε την ομιλία της δίνοντας έμφαση στην ΕΚΤ, που αποτελεί εγγυητή της νομισματικής σταθερότητας και καταλύτη για την πράσινη μετάβαση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, ενώ μέσω του ψηφιακού ευρώ επιδιώκεται μια πιο ανεξάρτητη και ανταγωνιστική Ευρώπη στα συστήματα πληρωμών. Επιπρόσθετα, υπογράμμισε τη σημασία του ευρωπαϊκού πλαισίου, όπως η ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης και η δημιουργία Ευρωπαϊκού Ταμείου Εγγύησης Καταθέσεων.
Κλείνοντας, επισημάνθηκε ο ρόλος της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών ως γέφυρας με την κοινωνία και το τραπεζικό σύστημα, με στόχο την αξιόπιστη ενημέρωση και την ενίσχυση της χρηματοοικονομικής γνώσης των πολιτών.

Η εμπιστοσύνη στην Ψηφιακή Εποχή και η Επικοινωνιακή Στρατηγική της ΕΚΤ



Ο κ. Gabriel Glöckler, στην ομιλία του, τόνισε ότι η εμπιστοσύνη αποτελεί το σημαντικότερο κεφάλαιο της ΕΚΤ και βασική προϋπόθεση για την αποτελεσματική λειτουργία της νομισματικής πολιτικής. Η επικοινωνία δεν αποτελεί συμπληρωματικό εργαλείο, αλλά κεντρικό μοχλό άσκησης πολιτικής, καθώς το ευρώ στηρίζεται στην κοινή αντίληψη και αποδοχή της αξίας του.
Υπογράμμισε ότι οι Κεντρικές Τράπεζες δεν μπορούν πλέον να περιορίζονται σε τεχνική και εξειδικευμένη γλώσσα, απαιτείται σαφής και κατανοητός λόγος, προσαρμοσμένος σε διαφορετικές χώρες, κουλτούρες και επίπεδα χρηματοοικονομικού εγγραμματισμού. Η πληθώρα των διαθέσιμων -και όχι αναγκαστικά αξιόπιστων – πληροφοριών καθιστούν αναγκαία την απλούστευση των μηνυμάτων, χωρίς όμως να υπάρχει υπεραπλουστεύση.
Ο κ. Glöckler, τόνισε πως η ΕΚΤ επενδύει σε νέες μορφές επικοινωνίας – όπως σύντομα κείμενα, οπτικές αναπαραστάσεις, περιεχόμενο για κοινωνικά δίκτυα – ώστε να εξηγεί «τι σημαίνει μια απόφαση για τον πολίτη». Απατώντας σε ερωτήσεις του κοινού, επισήμανε πως η τεχνητή νοημοσύνη ενισχύει την παρακολούθηση εξελίξεων σε πραγματικό χρόνο και την προσαρμογή των μηνυμάτων στις ανάγκες διαφορετικών κοινών, συμβάλλοντας σε πιο στοχευμένη προσέγγιση.
Η Ιστορία της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης και ο Δρόμος Μπροστά
Το πρώτο discussion panel εκκίνησε ο κ. Χρήστος Χατζηεμμανουήλ, ο οποίος ανέλυσε τα θεσμικά θεμέλια της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης, τονίζοντας ότι η μακροοικονομική πολιτική στηρίζεται σε δύο πυλώνες: νομισματική και δημοσιονομική πολιτική. Η αρχική σύλληψη πλήρους σύγκλισης και στους δύο τομείς, ήδη από την Έκθεση Βέρνερ, αποδείχθηκε μη ρεαλιστική, καθώς τα κράτη δεν θα αποδέχονταν την απώλεια βασικών στοιχείων κυριαρχίας.
Η Συνθήκη του Μάαστριχτ διαμόρφωσε ένα πλαίσιο όπου η ΕΚΤ διαθέτει μοναδικό βαθμό ανεξαρτησίας, συνταγματικά κατοχυρωμένο σε επίπεδο Ένωσης. Το mandate της παραμένει στενό – διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών – γεγονός που δικαιολογεί και τον αυστηρό περιορισμό παρεμβάσεων και την υψηλή ανεξαρτησία της. Ωστόσο, η κρίση χρέους ανέδειξε τις λειτουργικές ασυμμετρίες: η ΕΚΤ απαγορεύεται να χρηματοδοτεί κράτη, αλλά κλήθηκε, μέσω πρωτοβουλιών να λειτουργήσει ως εγγυητής δημοσιονομικής ομαλότητας.
Ο κ. Χατζηεμμανουήλ ολοκλήρωσε την ομιλία του τονίζοντας ότι, παρά την πρόοδο, ο συντονισμός ενιαίας νομισματικής πολιτικής με εθνικές δημοσιονομικές πολιτικές παραμένει ατελής. Η Ευρωζώνη λειτουργεί μέσω διακυβερνητικής συνεργασίας, συχνά υπό το βάρος καχυποψίας και διαφορετικών εθνικών προτεραιοτήτων.







Ο κ. Εμμανουήλ Περάκης στην τοποθέτηση του ανέδειξε ως σημείο καμπής για την Ευρωζώνη την οικονομική κρίση, η οποία αποκάλυψε τις θεσμικές αδυναμίες της Συνθήκης του Μάαστριχτ. Η αρχιτεκτονική της ΟΝΕ στηρίχθηκε σε έναν διαχωρισμό νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής, σε συνδυασμό με μηχανισμούς που απέβλεπαν κυρίως στην πρόληψη κρίσεων. Όταν η κρίση τελικά εκδηλώθηκε, τα κράτη-μέλη αιφνιδιάστηκαν και αναγκάστηκαν να αντιδράσουν με την ανάπτυξη νέων υπερεθνικών εργαλείων.
Η περίοδος αυτή οδήγησε στη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM), της ενισχυμένης εποπτείας και των μεταρρυθμίσεων 6-pack και 2-pack, που για πρώτη φορά εισήγαγαν συστηματικά μέσα διαχείρισης κρίσεων. Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε και η δημιουργική ερμηνεία του Δικαστηρίου της ΕΕ, η οποία επέτρεψε στην ΕΚΤ να δράσει εντός του mandate της σε οριακές καταστάσεις, παρότι οι αποφάσεις αυτές παραμένουν αντικείμενο συζήτησης. Παράλληλα. με το “whatever it takes” ο MarioDraghi, προκειμένου να προστατεύσει την ΕΚΤ, την μετέτρεψε σε ενεργό μαχητή επέκτασης και προστασίας οικονομικής Πολιτικής.
Ο κ. Περάκης ολοκλήρωσε την ομιλία του υπογραμμίζοντας το δίπολο ανεξαρτησίας και λογοδοσίας, με την ανεξαρτησία της ΕΚΤ να κατοχυρώνεται στο άρθρο 130 ΣΛΕΕ, χωρίς όμως να είναι απεριόριστη. Η λογοδοσία αποτελεί θεμέλιο νομιμότητας, καθιστώντας αναγκαία τη σωστή εξισορρόπηση των δύο αρχών.
Προοπτικές για την οικονομία – Νομισματική και Δημοσιονομική Πολιτική
Εκκινώντας το δεύτερο πάνελ, η κα. Ιφιγένεια Σκοτίδα παρουσίασε τη στρατηγική νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ, η οποία αποσκοπεί στη διατήρηση ενός συμμετρικού πληθωριστικού στόχου 2% μεσοπρόθεσμα. Η μεσοπρόθεσμη προσέγγιση επιτρέπει στην ΕΚΤ να αποφεύγει υπερβολικές αντιδράσεις σε βραχυχρόνιες μεταβολές του πληθωρισμού, λαμβάνοντας υπόψη τις καθυστερήσεις στη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής.
Η στρατηγική της ΕΚΤ βασίζεται στη χρήση όλων των διαθέσιμων εργαλείων – όπως βασικά επιτόκια, προγράμματα αγοράς περιουσιακών στοιχείων και forward guidance – τα οποία προσαρμόζονται ανάλογα με τις οικονομικές συνθήκες. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη σημασία της διαφάνειας και της επικοινωνίας, ώστε οι αγορές και το ευρύ κοινό να κατανοούν και να εμπιστεύονται τις αποφάσεις της.
Μετά την πανδημία και τον πόλεμο στην Ουκρανία, η ΕΚΤ προχώρησε σε αυξήσεις επιτοκίων συνολικού ύψους 450 μονάδων βάσης, με στόχο να τιθασεύσει τις πληθωριστικές πιέσεις χωρίς να πλήξει απότομα την οικονομική δραστηριότητα, επιδιώκοντας ένα soft landing. Η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού στο 2,5% στα μέσα του 2024 επιβεβαίωσε την αποτελεσματικότητα της νομισματικής πολιτικής, με τις προβλέψεις να δείχνουν επιστροφή του πληθωρισμού στον στόχο. Η ΕΚΤ προχώρησε σε μείωση των επιτοκίων σε λιγότερο περιοριστικά επίπεδα, όπου και παραμένουν μέχρι σήμερα.
Κλείνοντας την ομιλία της, η κα. Σκοτίδα τόνισε πως παρά τη θετική πορεία, το περιβάλλον παραμένει αβέβαιο λόγω γεωπολιτικών εντάσεων, δασμών και δημογραφικών προκλήσεων, και για το λόγο αυτό η νομισματική πολιτική πρέπει να ανταποκρίνεται με ευελιξία στις εξελίξεις.



Κλείνοντας το πάνελ, ο κ. Γεώργιος Γατόπουλος παρουσίασε τις τρέχουσες τάσεις στη διεθνή και στην ελληνική οικονομία, επισημαίνοντας ότι το 2025 χαρακτηρίζεται από αυξημένη αβεβαιότητα, νέο κύμα εμπορικού προστατευτισμού στις ΗΠΑ και επιβράδυνση της ανάπτυξης στην Ευρώπη. Η παγκόσμια οικονομία οδηγείται σε νέα ισορροπία, με υψηλότερους δασμούς και αυξημένο δημόσιο χρέος διεθνώς.
Τόνισε ότι η Ευρώπη υπολείπεται σε παραγωγικότητα, καθώς ο μέσος Ευρωπαίος παράγει προϊόν αξίας περίπου 30% χαμηλότερης από έναν Αμερικανό. Παράλληλα, η ήπειρος αντιμετωπίζει σημαντικές δομικές προκλήσεις: γήρανση πληθυσμού, ανάγκες άμυνας και επενδυτικό κενό. Ωστόσο, η περιφέρεια της Ευρωζώνης εμφανίζει καλύτερες επιδόσεις σε σχέση με τον πυρήνα, με την Ελλάδα να μειώνει σταθερά το δημόσιο χρέος και να ενισχύει την εξωστρέφειά της.
Για την Ελλάδα, υπογράμμισε ότι η οικονομία συγκλίνει σταδιακά με την υπόλοιπη Ευρώπη, με αύξηση εξαγωγών, αλλά παραμένει η απόκλιση στο ποσοστό επενδύσεων. Η χώρα οφείλει να ενισχύσει την παραγωγικότητα, να διατηρήσει την εξωστρέφεια και να θωρακίσει τη μακροοικονομική της ισορροπία.
Ο κ. Γατόπουλος ολοκλήρωσε την ομιλία του επισημαίνοντας ότι η Ευρώπη βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι, καλούμενη να ιεραρχήσει προτεραιότητες και να αξιοποιήσει ιδιωτικούς πόρους μέσω συμπράξεων, καθώς η κατακερματισμένη αγορά κεφαλαίων αυξάνει το κόστος χρηματοδότησης.



Συνεχίζοντας τις ομιλίες του πάνελ, ο κ. Νικόλαος Μαγγίνας ανέδειξε τον καθοριστικό ρόλο της ΕΚΤ και των κεντρικών τραπεζών στην αντιμετώπιση των διαταραχών της τελευταίας δεκαετίας. Τόνισε ότι η ΕΚΤ ήταν ο θεσμός που αντέδρασε ταχύτερα, αξιοποιώντας εργαλεία όπως η ποσοτική χαλάρωση, η οποία λειτούργησε ως καινοτομία για την παροχή ρευστότητας και τη σταθεροποίηση των αγορών, ιδιαίτερα για την ελληνική οικονομία.
Εξήγησε ότι, κατά την περίοδο πριν το ξέσπασμα της κρίσης, η παγκόσμια οικονομία ωφελήθηκε από χαμηλό κόστος παραγωγής, τις σταθερές τιμές ενέργειας και την αναδιάταξη των εφοδιαστικών αλυσίδων. Αυτό δημιούργησε ένα περιβάλλον ομαλότητας που επέτρεψε στη νομισματική πολιτική να λειτουργεί σχεδόν «στον αυτόματο πιλότο». Οι πρόσφατες κρίσεις, όμως, οδήγησαν σε σοκ προσφοράς, προβλήματα εφοδιαστικής αλυσίδας και μετατόπιση από τον πληθωρισμό αγαθών στον πληθωρισμό υπηρεσιών, με διαφορετικό αντίκτυπο ανά εισοδηματικό κλιμάκιο.
Σήμερα, σημαντικό στοιχείο για την μετάδοση της νομισματικής πολιτικής αποτελεί η διατήρηση των μακροπρόθεσμων πληθωριστικών προσδοκιών κοντά στο 2%, επιβεβαιώνοντας την αξιοπιστία της ΕΚΤ. Κλείνοντας την ομιλία του ο κ. Μαγγίνας, επισήμανε τις νέες προκλήσεις στην οικονομία, συγκεκριμένα ανέδειξε τα ζητήματα της κλιματικής αλλαγής, της ενεργειακής μετάβασης, της τεχνητής νοημοσύνης και της πολυπλοκότητας της παρακολούθησης των μεταβλητών που επηρεάζουν την παραγωγικότητα και τις τιμές.



Κλιματική αλλαγή: Το χρηματοπιστωτικό σύστημα στη μέση των ρυθμιστικών αναδιαρθρώσεων και εξελίξεων



Η κα. Μαρία Νεφέλη Μπερνίτσα στην ομιλία της παρουσίασε μια συνοπτική επισκόπηση του ευρωπαϊκού και εθνικού πλαισίου βιωσιμότητας, επισημαίνοντας την έλλειψη νομοθετικής παιδείας ως βασικό εμπόδιο κατανόησης. Ανέλυσε την εξέλιξη του ESG την τελευταία εικοσαετία: από την εμφάνιση του όρου, στη Συμφωνία των Παρισίων, έως την εφαρμογή της Ευρωπαϊκής Ταξινομίας, της πρώτης ουσιαστικής προσπάθειας καθορισμού του τι θεωρείται «βιώσιμη δραστηριότητα». Παράλληλα, το SFDR και η CSRD θέτουν ένα ενιαίο πλαίσιο διαφάνειας, ενώ σε εθνικό επίπεδο ο Κλιματικός Νόμος του 2022 εισάγει δεσμεύσεις, όπως η υποχρέωση το 1/3 των εταιρικών οχημάτων να είναι μηδενικών εκπομπών έως το 2026.
Η κα. Μπερνίτσα τόνισε ότι για πολλές επιχειρήσεις οι απαιτήσεις λειτουργούν ακόμη ως box-ticking, λόγω όγκου υποχρεώσεων και έλλειψης χρόνου. Ωστόσο, η αγορά παρουσιάζει πραγματική ζήτηση, ιδιαίτερα για πράσινα δάνεια, ενώ οι τράπεζες διαφοροποιούνται ως προς τον βαθμό ετοιμότητάς τους.
Κλείνοντας την ομιλία της αναφέρθηκε επίσης στις προκλήσεις εποπτείας: στην ανάγκη για πλήρη και αξιόπιστα δεδομένα, στον εντοπισμό κινδύνων greenwashing και στον προβληματισμό για την πιθανή επέκταση του ρόλου των ανεξάρτητων αρχών. Το σύστημα, όπως σημείωσε, αυτορυθμίζεται, όμως η ουσιαστική συμμόρφωση θα ενισχυθεί μόνο όταν οι κυρώσεις εφαρμοστούν έμπρακτα.
Εκκινώντας το τρίτο discussion panel, ο κ. Δημήτριος Δημόπουλος υπογράμμισε ότι η βιωσιμότητα στον τραπεζικό τομέα -και όχι μόνο- δεν αποτελεί επιλογή αλλά ζήτημα επιβίωσης. Η ευρωπαϊκή νομοθεσία αναπτύσσεται ως απάντηση στους αυξανόμενους κινδύνους της κλιματικής αλλαγής, επιβάλλοντας πλαίσιο διαφάνειας και δημοσιοποίησης που σταδιακά επηρεάζει και επιχειρήσεις που δεν έχουν -ως τώρα- τυπική υποχρέωση συμμόρφωσης.
Τόνισε ότι η αξία μιας επιχείρησης δεν προσδιορίζεται πλέον μόνο από τα οικονομικά της αποτελέσματα. Τα κριτήρια ESG αποτελούν βασικά εργαλεία εκτίμησης κινδύνου, καθώς δείχνουν κατά πόσο μια εταιρεία είναι οργανωμένη, υγιής και ανθεκτική. Παράλληλα, πρωτοβουλίες όπως το Network for Greening the Financial System (NGFS) καθοδηγούν τις τράπεζες στον τρόπο που πρέπει να αντιμετωπίζουν περιβαλλοντικούς και κλιματικούς κινδύνους.
Συνεχίζοντας την ομιλία του ο. Δημοπούλος, αναφέρθηκε στο φαινόμενο του greenhushing, όπου επιχειρήσεις παρόλο που εφαρμόζουν δράσεις βιωσιμότητας, αποφεύγουν να τις επικοινωνήσουν λόγω αβεβαιότητας ή φόβου κριτικής. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η μετάβαση δεν μπορεί να γίνει χωρίς την ενεργό συμμετοχή της κοινωνίας και ότι οι πολιτικές πρέπει να εφαρμόζονται με ρυθμό που επιτρέπει την ομαλή προσαρμογή της.
Κλείνοντας την ομιλία του ο κ. Δημοπούλος, τόνισε ότι η κοινωνική ευημερία παραμένει ο τελικός στόχος, με την ανταγωνιστικότητα και την κερδοφορία να αποτελούν αναγκαίες αλλά όχι επαρκείς συνθήκες για μια δίκαιη και αποτελεσματική μετάβαση.



Ψηφιακό Ευρώ: Αναγκαιότητα, Επιπτώσεις και Οικονομική Καινοτομία


Ο κ. Αντώνης Μπαλλής παρουσίασε το ψηφιακό ευρώ ως μια αναπόφευκτη εξέλιξη για την Ευρωζώνη, η οποία καλείται να ανταγωνιστεί τα ψηφιακά νομίσματα άλλων χωρών, καθώς και τις μεγάλες διεθνείς πλατφόρμες πληρωμών. Επισήμανε ότι το ψηφιακό ευρώ δεν στοχεύει στο «να είναι κάτι καινοτόμο ή μοντέρνο», αλλά στο να είναι καθολικά αποδεκτό και να φέρει δημόσια εγγύηση, όπως ακριβώς και τα μετρητά.
Συνεχίζοντας την τοποθέτηση του, τόνισε ότι το κρίσιμο ερώτημα αφορά το ποιος θα κατέχει το μητρώο συναλλαγών – η ΕΚΤ ή οι ιδιωτικοί διαμεσολαβητές. Η επιλογή αυτή έχει σημαντικές επιπτώσεις για τη σταθερότητα του τραπεζικού τομέα, καθώς μεγάλης κλίμακας μεταφορά κεφαλαίων προς την ΕΚΤ θα μπορούσε να μειώσει τα διαθέσιμα των τραπεζών και να περιορίσει την κερδοφορία τους.
Ο κ. Μπαλλής ανέδειξε πως η ανάγκη για ψηφιακό ευρώ προκύπτει και από την επιρροή που ασκούν ιδιωτικά συστήματα πληρωμών, τα οποία ενισχύουν ξένα νομίσματα, όπως το δολάριο. Το ψηφιακό ευρώ λειτουργεί επίσης ως εργαλείο κρίσης, επιτρέποντας την αδιάκοπη ροή συναλλαγών ακόμη και σε περίπτωση κατάρρευσης υποδομών.
Ολοκληρώνοντας την τοποθέτηση του, υπογράμμισε ότι η υλοποίηση του έργου είναι πρωτίστως πολιτικό ζήτημα, καθώς η ΕΕ παραμένει ένα σύνθετο σύστημα πολλών ενδιαφερόμενων μερών και διαφορετικών κρατών-μελών.


Ο κ. Χρήστος Καλλανδράνης, ξεκίνησε το τελευταίο discussion panel της Training Day, όπουπαρουσίασε το ψηφιακό ευρώ ως ένα αναπόφευκτο βήμα προόδου για την Ευρωζώνη, υπογραμμίζοντας ότι η ΕΚΤ διαθέτει το απαιτούμενο πλαίσιο προσαρμοστικότητας για την υλοποίησή του. Τόνισε ότι πρόκειται για έναν «δρόμο χωρίς επιστροφή», καθώς αν η Ευρώπη δεν προχωρήσει στη δημιουργία ψηφιακού νομίσματος, θα χρειαστεί να αναζητήσει μια εναλλακτική λύση.
Tο ψηφιακό ευρώ δεν επανεφευρίσκει το χρήμα, αλλά εκσυγχρονίζει τις νομισματικές υποδομές και καλύπτει τις ανάγκες των νεότερων γενεών για άμεσες, ασφαλείς και πλήρως ψηφιακές πληρωμές. Το καινοτόμο στοιχείο βρίσκεται στη θεσμική του διάσταση, όπου περιλαμβάνει:
- κρατική εγγύηση,
- θεσμική εμπιστοσύνη,
- καθολική προσβασιμότητα,
- διαλειτουργικότητα σε ολόκληρη την Ευρωζώνη.
Ο κ. Καλλανδράνης εξήγησε ότι το ψηφιακό ευρώ προσφέρει δημόσια προστασία και συνέχεια, σε αντίθεση με τις λύσεις ιδιωτικών παρόχων, οι οποίες ενέχουν μεγαλύτερους κινδύνους και αυξημένη εξάρτηση από διεθνείς πλατφόρμες. Ολοκλήρωσε την τοποθέτηση του, τονίζοντας πως δεν λειτουργεί ανταγωνιστικά προς το τραπεζικό σύστημα, αλλά δημιουργεί συνθήκες ενίσχυσης του ανταγωνισμού και βελτίωσης των υπηρεσιών πληρωμών.




Το discussion panel ολοκληρώθηκε με την ομιλία του κ. Δημήτρη Αναστασίου, ο όποιος ξεκινήσε την τοποθέτηση του αναφέροντας ότι το ψηφιακό ευρώ αποτελεί δημόσιο χρήμα σε ψηφιακή μορφή, πλήρως εγγυημένο από την ΕΚΤ. Το παρομοίασε με ένα «δημόσιο PayPal», διαθέσιμο ανά πάσα στιγμή, ακόμη και σε περίπτωση γενικευμένου blackout, προσφέροντας ανώτατο επίπεδο ασφάλειας και αξιοπιστίας.
Η αναγκαιότητά του είναι κυρίως γεωπολιτική, καθώς η Ευρωζώνη εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τρίτες πλατφόρμες πληρωμών και δεν διαθέτει δική της αντίστοιχη υποδομή. Η εισαγωγή του ψηφιακού ευρώ ενισχύει τη νομισματική κυριαρχία της Ευρωζώνης και δημιουργεί σταθερή βάση για ανάπτυξη καινοτόμων υπηρεσιών από τον ιδιωτικό τομέα.
Ο κ. Αναστασίου υπογράμμισε ότι το ψηφιακό ευρώ δεν ανταγωνίζεται τις εμπορικές τράπεζες. Θα υπάρχουν σαφή όρια (thresholds) στις καταθέσεις που μπορούν να μεταφέρονται στο Digital Euro Wallet, ώστε να προστατεύεται η σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Οι πραγματικοί ανταγωνιστές του Ψηφιακού Ευρώ είναι τα stablecoins και οι εξωευρωπαϊκές πλατφόρμες πληρωμών.
- Get Involved
- Συνέδριο Προσομοίωσης ΕΚΤ